ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»
Κυριακή A΄ Ματθαίου
7 Ἰουνίου 2026
Στην ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε σήμερα, Κυριακή των αγίων Πάντων, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός περιγράφει ποιες απαιτήσεις έχει από τους μαθητές Του και πώς θέλει να πολιτεύονται όλοι εκείνοι που ελεύθερα αποφασίζουν να Τον ακολουθήσουν και να ζήσουν σύμφωνα με το θέλημά Του.
Μαθητές του Χριστού είμαστε και όλοι εμείς - από την ημέρα που δεχθήκαμε το άγιο Βάπτισμα και το άγιο Χρίσμα και ενταχθήκαμε στην κοινωνία των αγίων -, οι οποίοι έχουμε συναχθεί σήμερα στον ιερό τούτο Ναό για να λατρεύσουμε τον Κύριό μας και να ενωθούμε μαζί του μέσω του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Είμαστε απείρως ευλογημένοι, γιατί ανήκουμε, ήδη από την βρεφική μας ηλικία, στον λαό του Θεού, τον νέο Ισραήλ της χάριτος, στην οικογένεια του Θεού, και έχουμε και εμείς προστεθεί στο οικοδόμημα που έχει θεμέλιό του τους αποστόλους και τους προφήτες, και ακρογωνιαίο λίθο του αυτόν τον ίδιο τον Χριστό.
Αφού, λοιπόν, είμαστε μαθητές του Χριστού, διότι έχουμε συγκαταριθμηθεί στα μέλη του Σώματός Του, της αγίας Του Εκκλησίας, έχουμε δεχθεί και την ύψιστη ευεργεσία και ευλογία από Εκείνον, να αγιαζόμαστε διαρκώς στην ζωή μας κοινωνώντας το Σώμα Του και το Αίμα Του, κάθε φορά που συναγμένοι στο όνομά Του, σύμφωνα με την εντολή που μας άφησε, τελούμεν το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Είναι ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε οι ορθόδοξοι χριστιανοί, ότι, όταν συμμετέχουμε στην Θεία Κοινωνία, μάς μεταγγίζεται η αγιαστική ενέργεια της αναστημένης σάρκας του Κυρίου Ιησού, αγιαζόμαστε και γινόμαστε θεοφόροι και κατοικητήρια του Αγίου Πνεύματος, και αποκτούμε, έτσι, την θεία δύναμη για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε μετά την Θεία Λειτουργία την Λειτουργία μας μέσα στον κόσμο ως αληθινών χριστιανών. Να συνεχίσουμε δηλ. το έργο του Χριστού στο κάθε «εδώ και τώρα», στην ιστορική μας πραγματικότητα, αποστελλόμενοι μέσα σε έναν κόσμο που τον κυβερνάει ο άρχοντας του σκότους, του ψεὐδους και της απάτης, σε μια κοινωνία που την βασανίζει το κράτος της αμαρτίας και την έχει εξουθενώσει και απονεκρώσει ο πνευματικός θάνατος, για να φανερώνουμε - στην καθημερινή κοινωνική μας αναστροφή - την Βασιλεία του Θεού, ομολογώντας έμπρακτα με την ζωή μας, με έργα αληθινής χριστιανικής αγάπης, Ιησούν Χριστόν Αναστάντα ως τον μόνον Σωτήρα, Λυτρωτήν και Ελευθερωτήν των ανθρώπων.
Πώς ομολογούμεν όμως, στην σημερινή εποχή, Χριστόν;
Ομολογούμεν τον Χριστόν με το να ενσαρκώνουμε και να περιφέρουμε στην προσωπική μας ζωή το ήθος ζωής που Εκείνος μας φανέρωσε, αγωνιζόμενοι δηλ. να είμαστε οι ζωντανές εικόνες του Κυρίου Ιησού σε όλη την επίγεια χοϊκή διατριβή μας. Ολόκληρη η ζωή μας μέχρι την ώρα της εξόδου μας είναι μία ισόβια μαθητεία στην ζωή του Χριστού. Μπορεί σήμερα, βεβαίως, να μη μας ζητηθεί ποτέ - στην πατρίδα μας τουλάχιστον ή στα λεγόμενα «πολιτισμένα» κράτη - να αρνηθούμε τον Κύριο και Θεό μας, ούτε να χρειαστεί - πολύ δε περισσότερο - να θυσιάσουμε την ίδια μας την ζωή και να επισφραγίσουμε, να επιβεβαιώσουμε με τον θάνατό μας την γνήσια πίστη μας και αγάπη μας προς Εκείνον.
Ο Χριστός απαιτεί από εμάς τους μαθητές Του, τους χριστιανούς του 21ου αιώνα, αποκλειστικότητα στην προσωπική μας σχέση μαζί Του. Απαιτεί στον απόλυτο βαθμό ολοκληρωτική πίστη (εμπιστοσύνη), αγάπη, υπακοή, αφοσίωση και συνέπεια. Καμία άλλη αγάπη δεν πρέπει να υπερισχύει της αγάπης του σημερινού μαθητή χριστιανού προς τον Κύριό του, ούτε και να την παραμερίζει. Μάλλον, η αγάπη μας προς τον Χριστό είναι εκείνη που θα νοηματοδοτεί και όλες τις άλλες αγάπες. Δεν μας ζητάει ο Χριστός να εγκαταλείψουμε τους οικείους μας, να παύσουμε να τους αγαπάμε ή ακόμη και να αδιαφορούμε γι’ αυτούς. Ούτως ή άλλως, η αγάπη μας ως γνησίων χριστιανών προς τους συγγενείς μας θεωρείται δεδομένη, και προσφέρεται απροϋποθέτως και ανιδιοτελώς, με πνεύμα θυσίας, με γενναιοδωρία, διάκριση, λεπτότητα και ευαισθησία, διότι αποτελεί ακριβώς έκφραση της γνησιότητας της αγάπης μας προς τον Χριστό.
Εάν, όμως, τα αγαπημένα μας συγγενικά πρόσωπα με το παράδειγμά τους, την ζωή τους, τις πράξεις τους και τα λόγια τους μας ξεσηκώνουν και μας παρασύρουν ή μας παροτρύνουν προκλητικά ή, ακόμη χειρότερα, μας πιέζουν αφόρητα να απομακρυνθούμε από την κατά Χριστόν ζωή, να εγκαταλείψουμε τον αγώνα μας ως χριστιανών και να αφεθούμε στο πνεύμα των καιρών, υποτάσσοντας την ύπαρξή μας στην φθοροποιό δύναμη του κοσμικού φρονήματος, το οποίο σαν ρουφήχτρα (δίνη) απορροφά τους ανθρώπους, τους συνθλίβει και τους μεταβάλλει σε σάρκες, τότε μία και μοναδική είναι η λύση που προβάλλει μπροστά μας και την οποία μας προτείνει ο ίδιος ο Χριστός : Απομακρυνόμαστε από κοντά τους και αποφεύγουμε την επικοινωνία μαζί τους ˙ την αγάπη μας, βεβαίως, προς τα πρόσωπά τους στα οποία αντικρίζουμε μοναδικές Εικόνες του Χριστού θα συνεχίσουμε να την εκδηλώνουμε με άλλο τρόπο, μυστικά, μέσω της προσευχής, δεόμενοι ακαταπαύστως στον φιλάνθρωπο Κὐριό μας να τους ελεήσει και να τους φωτίσει τον νουν, ώστε με την μετάνοιά τους να οδηγηθούν στον λιμένα του θελήματός Του. Περιττό δε να τονίσουμε, ότι εάν οι οικείοι μας, παρόλη την ψυχική ταλαιπωρία και το ψυχικό μαρτύριο στα οποία με την στάση τους μας υποβάλλουν, βρεθούν σε ανάγκη και κατάσταση αδυναμίας τέτοια που να χρειάζονται οπωσδήποτε έμπρακτη βοήθεια η οποία δεν μπορεί να τους προσφερθεί από άλλους, δεν θα τους εγκαταλείψουμε στο έλεος του Θεού˙ θα τους χαρίσουμε απλόχερα και άδολα την συμπαράστασή μας και θα τους διακονήσουμε θυσιαστικά στις ανάγκες τους. Ας θυμηθούμε εδώ, ποια ήταν η αντίδραση του Κυρίου, όταν κάποτε, προσκαλώντας κάποιον από τους μαθητές Του να παραμείνει και να ακολουθήσει με πιστότητα την ζωή της μαθητείας κοντά Του, άκουσε την εξής δικαιολογία : «Κύριε, άφησέ με να πάω πρώτα να θάψω τον πατέρα μου». Η αναπάντεχη απάντηση που τού έδωσε ο Ιησούς, με λόγο ζωντανό και δραστικό, πιο κοφτερό και από κάθε δίκοπο μαχαίρι, έθεσε ξεκάθαρα τις προϋποθέσεις της μαθητείας κοντά Του για τους μαθητές Του όλων των αιώνων : «Ακολούθησέ με και άφησε τους νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς τους!». Καμία κοινωνική υποχρέωση δεν έπρεπε να σταθεί εμπόδιο ούτε να λειτουργήσει ως περισπασμός στην άνευ όρων αποδοχή από τον μαθητή εκείνον της πρόσκλησης του Θεανθρώπου Ιησού για ακολουθία της ζωής της μαθητείας κοντά Του. Ακόμη δε περισσότερο, ο μαθητής δεν είχε σε τίποτα να ωφεληθεί από την συνάντησή του και την επικοινωνία του με τους πνευματικά νεκρούς αδελφούς του στην κηδεία του πατέρα του. Όταν, λοιπόν, ακολουθούμε την κατά Χριστόν ζωήν, δεν μας επιτρέπεται να θέτουμε όρια, να προβάλλουμε τις δικές μας απαιτήσεις, να κάνουμε συμβιβασμούς, εκπτώσεις και υποχωρήσεις ή να σπεύδουμε να δώσουμε προτεραιότητα σε βιοτικές μέριμνες και φροντίδες, και σε κοσμικές εκδηλώσεις ή κοινωνικές υποχρεώσεις. Διότι, εάν ως χριστιανοί εκδηλώνουμε τέτοιες συμπεριφορές, τούτο θα αποτελεί δείγμα της πνευματικής μας ραθυμίας, νωθρότητας, ακηδίας και αδιαφορίας, πολύ δε περισσότερο της αμέλειάς μας και της απροθυμίας μας να συμμετέχουμε τακτικά στην λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας, στην οποία, αποκλειστικά, εξασφαλίζουμε τον αγιασμό μας και την ψυχοπνευματική μας τροφοδοσία και αναγέννηση, αφού μόνον στην Θεία Λατρεία εφοδιαζόμαστε με αγιοπνευματικό οπλισμό για να πολεμούμε το πολύμορφο κακό και να αναδεικνυόμαστε νικητές κατά της αμαρτίας, όπως αναδείχτηκαν οι αμέτρητες χορείες των σήμερον εορταζομένων αγίων Μαρτύρων Πάντων.
Ας προσέξουμε όμως : Την λειτουργική ζωή την οποία τόσο στοργικά μας προσφέρει η Μητέρα μας Εκκλησία, και στην οποία μας καλεί όλους μας, τα επί γης ζώντα - αγωνιζόμενα μέλη της, ανελλιπώς να συμμετέχουμε για να αγιαζόμαστε συνεχώς και να έχουμε Ζωήν μέσα μας, δεν μπορούμε να την προσεγγίζουμε επιλεκτικά, κατά τις περιστάσεις ή κατά ορισμένες χρονικές περιόδους, όπως κάνουν κάποιοι εκκοσμικευμένοι χριστιανοί που έχουν ξεχάσει ποιος είναι ο επίγειος προορισμός τους, οι οποίοι, θέλοντας να τα έχουν «καλά» με τον Θεό προκειμένου να κερδίσουν την «συμπάθεια» και την «εύνοιά» Του για να τους βοηθήσει να πραγματοποιήσουν τα «όνειρά τους», καταφεύγουν περιστασιακά στους Ναούς και τα ιερά Προσκυνήματα, όπου με πράξεις ψευδοευσέβειας προσπαθούν να τον «εξευμενίσουν» και να αποσπάσουν την αρωγή και την προστασία Του, μη τυχόν και «τους πιάσει ποτέ το κακό το μάτι» και τους βρεί ανέλπιστα κάποια αρρώστια ή κακοτυχία ή δυστυχία ή, ακόμη, και θάνατος και ανατραπούν σχέδια και προγραμματισμοί, και γκρεμιστεί, έτσι, το σαθρό οικοδόμημα μιας ζωής «ευτυχισμένης», παραδομένης στην απόλαυση των υλικών αγαθών, στην καλοπέραση και την ανέμελη διασκέδαση. Εάν οι χριστιανοί αγαπάμε πραγματικά τον Σωτήρα Χριστό, τότε τον κάνουμε κέντρο της ζωής μας. Ποτέ δεν τον βάζουμε τον Χριστό στο περιθώριο της ζωής μας ως παραγέμισμα, συμπλήρωμα ή στολίδι, γιατί τότε γινόμαστε σαν τα άχρηστα δένδρα που, επειδή δεν παράγουν καλούς καρπούς, προορίζονται να κοπούν και να ριχτούν στη φωτιά.
Αδελφοί μου, ας έχομεν ενηχούσαν εις τα ώτα μας (από το βιβλίο της Αποκαλύψεως) την φοβεράν προειδοποίησιν του Θεού προς τους αμελείς χριστιανούς – εν προκειμένω δε προς τους χριστιανούς της εκκλησίας της Λαοδικείας, οι οποίοι προσπαθούσαν να συνταιριάξουν στην ζωή τους και Θεόν και διάβολον, και το θέλημα του Θεού και το φρόνημα του κόσμου : «Ξέρω καλά τα έργα σου: δεν είσαι (απέναντί μου) ούτε κρύος ούτε ζεστός. Μακάρι να ήσουν κρύος ή ζεστός! Επειδή όμως δεν είσαι ούτε κρύος ούτε ζεστός αλλά χλιαρός, γι’ αυτό θα σε ξεράσω από το στόμα μου.»
Είθε, αδελφοί μου, ο λόγος αυτός του Κυρίου να λειτουργήσει μέσα μας αφυπνιστικά και να μας εγείρει από τον πνευματικό λήθαργο στον οποίο έχουμε περιπέσει. Ας μην αποθαρρυνόμαστε, βλέποντας ότι οι κατά Θεόν επιλογές μας έχουν εδώ πάνω στη γη σχεδόν πάντοτε το κατά κόσμον τίμημά τους: κοινωνική απαξίωση και περιθωριοποίηση, χλευασμούς, ύβρεις, ειρωνείες, περιφρόνηση, άσκηση ψυχολογικής βίας, εγκατάλειψη από συγγενείς και φίλους κ. ά. Εμείς, εμψυχωμένοι από τους αγίους μάρτυρες, τους φίλους και συναθλητές μας, που δεν παύουμε να τους επικαλούμαστε ως ακοίμητους συναντιλήπτορες και συμπαραστάτες μας στις δεινές περιστάσεις του βίου, και παραδειγματιζόμενοι από την θεάρεστη πολιτεία τους, ας ακολουθούμε αταλάντευτα τον Σωτήρα μας Ιησούν με την πίστη και την αφοσίωση και το γενναίον φρόνημα που χαρακτηρίζουν τους αληθινούς μαθητές Του, και ας σηκώνουμε με υπομονή και αυταπάρνηση τον σταυρό μας: τον σταυρό της απόρριψής μας από τους συγγενείς, τον σταυρό της αποταγής του κοσμικού μας φρονήματος, τον σταυρό της εκκοπής του ιδίου θελήματος, τον σταυρό της οριστικής απεξάρτησής μας από το χρήμα, τα περιουσιακά στοιχεία και τα υλικά - εν γένει - αγαθά, τον σταυρό της εκούσιας πτωχείας μας. Να διατηρούμε δε ζωντανή την ελπίδα και την προσδοκία, ότι ο ελεήμων και φιλάνθρωπος Κύριός μας Ιησούς κατά την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας Του θα ανοίξει διάπλατα τα σπλάγχνα των οικτιρμών Του και θα μας εισαγάγει στην χαρά και την μακαριότητα της Ουράνιας Βασιλείας Του, όπου θα ευφραινόμαστε με όλους τους αγίους και τους δικαίους Του εις τους ατελεύτητους αιώνες. Αμήν. π.Δ.Κ.
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»
Κυριακή Β΄ Ματθαίου
14 Ἰουνίου 2026
Το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα που ακούσαμε μάς ανάγει στα γεγονότα που ακολούθησαν μετά την βάπτιση του Χριστού στον Ιορδάνη και μετά τους πειρασμούς Του ύστερα από σαρανταήμερη νηστεία στην έρημο: πρόκειται για την εγκατάσταση του Ιησού στην Γαλιλαία αμέσως μετά την φυλάκιση του Ιωάννη του βαπτιστή και την έναρξη της δημόσιας δράσης Του στην περιοχή αυτή, καθώς και για την κλήση των πρώτων μαθητών του Ιησού.
- Ο Ιησούς, αφού νικά τους πειρασμούς στην έρημο, και ενώ ο Ιωάννης έχει συλληφθεί, εγκαθίσταται στην Γαλιλαία, που ήταν γνωστή ως «Γαλιλαία των εθνών», μία περιοχή ανοιχτή και προς τα άλλα έθνη, στην οποία υπερτερούσαν πληθυσμιακά έναντι των Εβραίων οι ξένοι, οι «εθνικοί», δηλ. οι ειδωλολάτρες. Οι Εβραίοι της Γαλιλαίας δεν θεωρούνταν από τους αυστηρούς Εβραίους της Ιουδαίας και της Ιερουσαλήμ ως γνήσιοι εκφραστές του Ισραήλ, διότι αφενός μεν ερμήνευαν με ιδιαίτερο τρόπο τον Μωσαϊκό Νόμο, αφετέρου δε είχαν δεχθεί επιρροές από τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό και είχαν υποστεί επιμειξίες λόγω της συχνής επαφής τους με πολλούς άλλους λαούς. Γιατί όμως, άραγε, ο Χριστός διάλεξε να ξεκινήσει το κήρυγμα τού χαρμόσυνου μηνύματός Του για τον ερχομό της βασιλείας του Θεού και να θαυματουργήσει στην περιοχή αυτή, όπου κατοικούσαν πολλοί περιθωριακοί, φτωχοί και εξουθενωμένοι, καθώς και άνθρωποι που προέρχονταν από διάφορους πολιτισμούς; Το έκανε για να καταστήσει με αυτό τον τρόπο σαφές, πως το Ευαγγέλιό Του απευθύνεται όχι μόνο σ’ έναν συγκεκριμένο τόπο ή σε μία συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων, αλλά σε όλη την οικουμένη και σε όλους τους ανθρώπους ανεξαιρέτως.
- Στο ξεκίνημα, κιόλας, του έργου Του διαλέγει ο Ιησούς τέσσερις ψαράδες (δύο ζευγάρια αδελφών: στην αρχή τον Πέτρο και τον Ανδρέα, και λίγο πιο μετά τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, τους γιους του Ζεβεδαίου) και τους καλεί, ενώ εργάζονταν, να Τον ακολουθήσουν, υποσχόμενος ότι θα τους κάνει ψαράδες ανθρώπων. Και εκείνοι συνεπαρμένοι από την τιμή που τους γίνεται από τον συναρπαστικό και μοναδικό Διδάσκαλο, αμέσως, χωρίς ενδοιασμούς, αφήνουν κυριολεκτικώς τα πάντα - πλοία και δίχτυα και οικογένεια - και Τον ακολουθούν, νιώθοντας ότι η καινούργια τους απασχόληση θα ήταν πολύ πιο σπουδαία. Εντύπωση προκαλεί η τόσο άμεση και πρόθυμη ανταπόκρισή τους στην ξεχωριστή αυτή κλήση και αποστολή που τους απηύθυνε ο Ιησούς. Δεν Του ήταν άγνωστοι. Ήδη ο Ιησούς, ως καρδιογνώστης, είχε διακρίνει την βαθιά θρησκευτική τους πίστη και την έντονη προσδοκία τους για τον ερχομό του Μεσσία. Ήταν γνώριμοι του Ιωάννη του Βαπτιστή, ίσως δε και μαθητές του.
Ο Ιησούς δεν κάλεσε τους ψαράδες αυτούς, τέσσερις καθηµερινούς ανθρώπους, για να σχηματίσουν κοντά Του τον αρχικό πυρήνα ενός προνομιακού κύκλου πιστών και εκλεκτών φίλων, που θα διευρυνόταν αργότερα με το κάλεσμα και άλλων μαθητών, αλλά τους κάλεσε για να αποτελέσουν, για τα επόμενα τρία περίπου χρόνια, - όσο θα διαρκούσε η δημόσια δράση Του, - μία ομάδα υπεύθυνων, έμπιστων και αφοσιωμένων συνοδοιπόρων Του στην ζωή και συνεργατών Του στο έργο Του. Ο σκοπός του Ιησού ήταν να τους εκπαιδεύσει, ώστε να γίνουν οι αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες της ζωής και του έργου Του, προκειμένου αυτά να συνεχιστούν για πάντα, μετά την ολοκλήρωση του απολυτρωτικού έργου Του επί της γης. Και, πράγματι, οι απλοϊκοί ψαράδες μαθητεύοντας κοντά στον Ιησού με προθυμία, με απλότητα, με αφοσίωση, με πίστη και υπακοή, αξιώθηκαν από µαθητές, φίλοι, αδελφοί, σύντροφοι, και συμπορευτές του Θείου Διδασκάλου τους να μεταμορφωθούν, τρία χρόνια αργότερα, με το Φως και την Δύναμη της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος που τους χορηγήθηκε κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, σε διαπρύσιους κήρυκες και Αποστόλους του Χριστού και συνεχιστές του έργου Του, όταν και ξεκίνησαν όχι μόνο να διακηρὐττουν την μαρτυρία τους στα έθνη, δηλ. όσα είδαν και έζησαν κοντά Του ως αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρές Του που Τον ψηλάφησαν αναστημένο, αλλά και να επισφραγίζουν με το μαρτύριό τους την αλήθεια της μαρτυρίας που κατέθεταν. Και με επιμονή και υπομονή και ανδρείο φρόνημα, ενεργώντας πάντοτε με την δύναμη και την εξουσία του Κυρίου, άπλωσαν, πράγματι, τα δίχτυα του Ευαγγελίου και συνέλαβαν πλήθος ανθρώπων, τους οποίους οδήγησαν στον Χριστό και στην σωτηρία.
Την ίδια ακριβώς υπακοή και πρόθυμη συμμόρφωση που έδειξαν οι πρώτοι μαθητές στο κάλεσμά Του ζητάει ο Κύριος Ιησούς και από εμάς, τους σημερινούς μαθητές Του, τα μέλη της Εκκλησίας Του : να εκτελούμε, δηλαδή, το θέλημά Του χωρίς την παραμικρή αναβολή. Διότι, εάν αναβάλλουμε την εργασίαν των εντολών του Χριστού και αμελούμε ή αδιαφορούμε για ό,τι προάγει την πνευματική μας τελείωση και τον αγιασμό μας, τότε θα περιπέσουμε σταδιακά σε μία κατάσταση μόνιμης πνευματικής απονέκρωσης και αναισθησίας. Και Κύριος οἶδεν, εάν ποτέ συνέλθουμε και μετανοήσουμε, και ξαναβρούμε τον βηματισμό μας προς το λιμάνι της σωτηρίας … .
Με την πρόσκλησή Του, όμως, ο Χριστός να γίνουμε ισόβιοι ακόλουθοί Του, μας προτρέπει, όχι μόνον να εγκαταλείψουμε την ζωή της αμαρτίας και να βαδίσουμε πιστά στα ίχνη Του, αλλά, παράλληλα, ο καθένας μας να είναι στο περιβάλλον του ένας ιεραπόστολος, και με λόγια και με έργα.
- Το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα μας πληροφορεί, επίσης, για το περιεχόμενο του κηρύγματος του Ιησού όταν περιόδευε όλη την Γαλιλαία και δίδασκε στις συναγωγές τους, καθώς και για τα θαύματα που επιτελούσε (θεραπεία των ανθρώπων από κάθε ασθένεια και κάθε αδυναμία) ως έμπρακτη επιβεβαίωση της αλήθειας του κηρύγματός Του.
Κέντρο του κηρύγματος του Χριστού ήταν η αναγγελία του χαρμόσυνου μηνύματος για τον ερχομό της Βασιλείας του Θεού.
- Τι ήθελε να πει ο Χριστός στα πλήθη όταν τους μιλούσε για την Βασιλεία του Θεού; Δεν εννοούσε την εγκαθίδρυση μιας εγκόσμιας εξουσίας, όπως αυτή των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, αλλά μία εμπειρία ζωής και κοινωνίας με τον Θεό Πατέρα. Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, κατά τον Ιησού, είναι η καινούργια Ανθρωπότητα που ξεκίνησε με τον ερχομό Του και το έργο Του στην γη. Είναι ο νέος τρόπος ζωής, που τον καθορίζουν όχι μόνο η πίστη στον φιλάνθρωπο και αληθινό Θεό, αλλά και οι αλλιώτικες σχέσεις προς τον Θεό, τον συνάνθρωπο και τον κόσμο: σχέσεις αγάπης, αδελφοσύνης, ελπίδας, ειρήνης και δικαιοσύνης. Αυτή η νέα πραγματικότητα ζωής που μας φανέρωσε ο Χριστός με την ζωή και το έργο Του προχωρεί αθόρυβα και ασταμάτητα. Δεν είναι κάτι το οποίο οι άνθρωποι προσδοκούμε στο μέλλον, δεν αποτελεί όνειρο για ένα απώτερο μέλλον, αλλά είναι μία ζωντανή πραγματικότητα. Η βίωση της Βασιλείας του Θεού ξεκινά ήδη από αυτήν την επίγεια ζωή, «είναι κιόλας ανάμεσά μας», δηλ. μέσα στην ιστορία μας, μέσα στην καθημερινότητά μας. Το πλήρωμά της, το οριστικό της πρόσωπο, θα αποκαλυφθεί πλήρως στο τέλος του κόσμου, μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού.
- Εμείς, οι ορθόδοξοι χριστιανοί, έχουμε την δυνατότητα να προγευόμαστε την Βασιλεία του Θεού
μέσα στην Εκκλησία μας. Και αυτό ακριβώς πραγματοποιείται σε κάθε Θεία Λειτουργία, όπου γίνεται η συνάντησή μας και η ένωσή μας με τον αναστημένο Χριστό μέσω της μεταλήψεως του Σώματός Του και του Αίματός Του αλλά και η μεταξύ μας ένωση με σύνδεσμο την ειρήνη, την ομόνοια και την αγάπη. Πρόγευση όμως της Βασιλείας του Θεού βιώνουμε οι ορθόδοξοι και στην Λειτουργία μετά την Θεία Λειτουργία: όταν ή ζωή μας, αγιασμένη από την συμμετοχή μας στην Θεία Ευχαριστία, γίνεται κατόπιν, στην καθημερινότητά μας, το Ευαγγέλιο του Χριστού στην πράξη, μία συνεχής διακονία αγάπης των «άλλων» (αναγκεμένων, αναξιοπαθούντων, πασχόντων, πονεμένων, βασανισμένων), μιας αγάπης που δεν γνωρίζει σύνορα.
- Στα τρία χρόνια της κηρυκτικής Του δράσεως ο Ιησούς περιορίσθηκε κυρίως στην Γαλιλαία (με έδρα την Καπερναούμ), ενώ στην Ιουδαία πήγαινε μόνο στις μεγάλες εορτές, τότε που ανέβαιναν εκεί και πολλοί άλλοι Γαλιλαίοι. Ο Ιησούς δίδασκε αρχικά στις συναγωγές την ημέρα του Σαββάτου. Στην συνέχεια, βέβαια, αξιοποιούσε την κάθε ευκαιρία σε κάθε τόπο για να κηρύξει το χαρμόσυνο άγγελμα ότι εκπληρώνονται πλέον οι υποσχέσεις του Θεού για την έλευση της Βασιλείας Του, την οποία με τόση λαχτάρα περίμεναν επί γενεές ολόκληρες οι ευσεβείς Ιουδαίοι. Την αλήθεια του κηρύγματός Του επικύρωνε και επιβεβαίωνε ο Χριστός με τις θαυμαστές θεραπείες που επιτελούσε έχοντας ως μοναδικό κίνητρό Του την φιλευσπλαγχνία και την φιλανθρωπία Του, θέτοντας, όμως, ως μοναδική προϋπόθεση από τους ανθρώπους που Τον ακολουθούσαν την πίστη τους στην θεϊκή Του προέλευση και αποστολή. Στον καινούργιο κόσμο της Βασιλείας του Θεού προσκαλούσε ο Χριστός όλους τους ανθρώπους χωρίς να κάνει εξαιρέσεις. Θαυματουργούσε ακόμη και σε ανθρώπους που θεωρούνταν μιαροί και ακάθαρτοι. Θεράπευε τυφλούς, δαιμονισμένους, παραλύτους, άνδρες και γυναίκες˙ έδειχνε συμπόνια και αγάπη στους πάντες ανεξαιρέτως, ακόμα και το Σάββατο. Όλες οι θαυματουργικές Του ενέργειες έναν σκοπό είχαν: να φανερώσουν τον καινούργιο κόσμο της Βασιλείας του Θεού. Ήταν, όπως μας λένε οι Ευαγγελιστές, «σημεῖα», δηλ. σημάδια - «παράθυρα» μέσα από τα οποία μπορεί να δει κανείς, πώς είναι η ζωή μέσα στην Βασιλεία του Θεού˙ να αντιληφθεί, ότι εκεί δεν κυριαρχεί η αμαρτία, ο θάνατος, ο χωρισμός από τον Θεό, το κακό, η εξουσία των δαιμονικών δυνάμεων, η ασθένεια, η αναπηρία, η θλίψη, η πείνα, η φτώχεια, η καταπίεση, η κοινωνική αδικία. Με τις θαυματουργικές ενέργειές Του ο Ιησούς Χριστός αποκάλυπτε το γεγονός ότι Αυτός ο Ίδιος που τις επιτελεί είναι ο Υιός του Θεού, και ότι το Ευαγγέλιό Του θεραπεύει, λυτρώνει και ανακαινίζει τον άνθρωπο. Βέβαια, το κύριο έργο του Ιησού ήταν το κήρυγμα του Ευαγγελίου, και όχι η θεραπεία των αρρώστων. Δεν ήλθε στην γη ως θεραπευτής. Αν αυτός ήταν ο σκοπός Του, με έναν λόγο Του θα θεράπευε όλους τους αρρώστους. Συμπονεί, όμως, τους πονεμένους και θεραπεύει ορισμένους από αυτούς, για να μαρτυρήσει την Θεότητά Του, παρέχοντας στους ανθρώπους ορατά σημάδια από την σωτήρια επέμβαση της θεϊκής Του δύναμης και ευσπλαγχνίας. Τα θαύματα δηλ. διαλαλούσαν την Θεία Εξουσία, Κυριότητα και Παντοδυναμία του Ιησού, ώστε να γίνει ευρέως γνωστό το όνομά Του και να συρρεύσουν άνθρωποι από όλες τις περιοχές της Παλαιστίνης, για να Τον ακούσουν.
- Αδελφοί μου, όλοι εμείς που είμαστε στρατευόμενα μέλη της Εκκλησίας, θεωρούμαστε – ανεξάρτητα από φύλο, ηλικία και κοινωνική κατάσταση - μαθητές Χριστού, συμμαθητές των Αποστόλων και συνεχιστές του έργου τους. Είμαστε, συνεπώς, κληρονόµοι, όπως και οι Μαθητές-Απόστολοι, των ίδιων δωρεών και ευλογιών του Χριστού και του καινούργιου κόσµου του Θεού για χάρη όλης της ανθρωπότητας. Γι’ αυτό έχουμε κληθεί, όπως κλήθηκαν και οι Απόστολοι, να αναλάβουμε έµπρακτα τις ευθύνες της Βασιλείας του Θεού και να συνεχίσουμε το έργο του ∆ιδασκάλου μας Κυρίου Ιησού µε συγκεκριµένη διακονία ο καθένας μας για χάρη όλων των ανθρώπων : Αφενός μεν, με το να αγωνιζόμαστε αποφασιστικά για την επικράτηση της αλήθειας, της ελευθερίας, της ανθρωπιάς, της δικαιοσύνης, της ειρήνης κ. ά. και, παράλληλα, με το να ευεργετούμε και να χαρίζουμε απλόχερα την συμπαράστασή μας στους αδυνάτους αυτού του κόσμου. Αφετέρου δε, με το να προβάλλουμε σθεναρή αντίσταση απέναντι σε οτιδήποτε καταστρέφει τον άνθρωπο και την δημιουργία.
Λοιπόν, ας το βάλουμε καλά στο μυαλό μας, αδελφοί μου, ότι «Η ζωή μας, όταν ανταποκρίνεται στην πρόσκληση του Ιησού, είναι μια οφειλή σε όλη την ανθρωπότητα. Γιατί έτσι μόνο, με την συνείδηση πως χρωστάμε τον εαυτό μας σε όλους, γινόμαστε οι ίδιοι αληθινά αυτό που πρέπει, γινόμαστε αληθινοί χριστιανοί.»
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»
Κυριακή Γ΄ Ματθαίου
21 Ἰουνίου 2026
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή, που είναι ένα απόσπασμα από την επί του Όρους Ομιλία του Κυρίου, μας προτρέπει να συνειδητοποιήσουμε ως μέλη της Εκκλησίας του Χριστού τρεις μεγάλες αλήθειες:
Πρώτον, ότι ο Ιησούς Χριστός, ο Θείος Δημιουργός μας, είναι ο μόνος Κύριος της ζωής μας, ο οποίος, από ανεξάντλητη αγάπη για εμάς τους ανθρώπους, - τα έμψυχα, λογικά και ελεύθερα πλάσματά Του,
- μας κάλεσε να αγωνιζόμαστε να ζούμε σε διαρκή κοινωνία μαζί Του, ώστε να φθάσουμε να Του ομοιάσουμε και να αξιωθούμε, τελικά, να μετάσχουμε αιώνια στην Θεία Του ζωή και μακαριότητα. Την ομοίωσή μας με τον Θεό, δηλ. την θέωση και τον αγιασμό μας, πραγματώνουμε οι ορθόδοξοι χριστιανοί, όταν ως ζωντανά μέλη της Εκκλησίας μας συμμετέχουμε συνειδητά στην κοινή Θεία Λατρεία, στις αγιαστικές πράξεις και τα ιερά μυστήρια, μέσω των οποίων μας χορηγείται η Θεία Χάρις για να θεραπευόμαστε από τις συνέπειες των αμαρτωλών επιθυμιών και επιλογών μας. Στην Μητέρα μας Εκκλησία ανακαινίζεται η ψυχή μας, φωτίζεται ο νους μας και ενισχύεται η ελευθερία μας για να επιλέγουμε το αγαθόν και να παίρνουμε τις θεάρεστες αποφάσεις στην ζωή μας.
Δεύτερον. Ως λογικά δημιουργήματα του Θεού αποτελούμε «ιδιοκτησία» Του, «περιουσία» Του, Τού ανήκουμε δικαιωματικά, είμαστε τα αγαπημένα Του παιδιά. Ακόμη και όταν ακολουθήσουμε έναν τρόπο ζωής που μας απομακρύνει από κοντά Του, καταδικάζοντας έτσι οι ίδιοι τον εαυτό μας να περιπέσει στο σκοτάδι του πνευματικού θανάτου, η αγάπη και η αγαθότητα του Θεού, που δεν γνωρίζει όρια, είναι εκείνη που μας συντηρεί στην ύπαρξη. Ο Θεός, βέβαια, ούτε προσβάλλεται από τις επιλογές μας ούτε ενεργεί τιμωρητικά εναντίον μας όταν επαναστατούμε και τον παραμερίζουμε από το κέντρο της ζωής μας, αλλά, επειδή ο Ίδιος είναι η Αυτοζωή, και, συνεπώς, η Πηγή της ζωής για όλη την δημιουργία, εξακολουθεί να μας ζωοποιεί, να μας συντηρεί και να μας τρέφει με τις θείες Του ενέργειες. Αφού, λοιπόν, ο Θεός έχει αποκτήσει δικαιώματα πάνω στην ζωή μας, έχει συνάμα και την αποκλειστική κυριότητα και εξουσία πάνω μας, την οποία δεν έπαυσε ούτε θα παύσει ποτέ να εκδηλώνει με παντοειδείς φανερές και αφανείς ευεργεσίες στην ζωή μας ως Θεία Πρόνοια, Προστασία και φροντίδα, και μάλιστα χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Τι θα μπορούσαμε, εξάλλου, εμείς οι πεπερασμένοι επίγειοι άνθρωποι να ανταποδώσουμε στον Θεό Πατέρα μας για τα δωρήματά Του, τα οποία το αμέτρητο έλεος και η άκρα φιλανθρωπία Του τόσο πλουσιοπάροχα και ανεξάντλητα μας χορηγεί;
Τρίτον. Ο χριστιανός, ο φωτισμένος και χαριτωμένος από το Άγιο Πνεύμα, δεν επιτρέπει στον εαυτό του καμία δουλική εξάρτηση από τα υλικά και φθαρτά πράγματα, γιατί έχει φροντίσει να βάλει τον Κύριο και Θεό του ως μοναδικό κέντρο της ζωής του, των λογισμών του, των κινήτρων και των επιθυμιών του.
Ο αληθινός χριστιανός γνωρίζει, ότι, εάν με τον τρόπο ζωής του εκχωρήσει την δύναμη σε φθαρτά πράγματα ή σε βιοτικές μέριμνες να ελέγξουν κυριαρχικά την ύπαρξή του και να αποκτήσουν εξουσία επάνω του, τότε θα χάσει η ζωή του τον αληθινό της προορισμό, θα αποσυνδεθεί από την Πηγή του Φωτός και θα καταλήξει να είναι μια ζωή προς θάνατον. Η ζωή μας αποκτά αληθινό νόημα, περιεχόμενο και σκοπό, όταν την αναθέσουμε στον Ζωοδότη Κύριό μας για να την κυβερνάει Εκείνος, όταν δηλ. υποτάξουμε τον εαυτό μας και το θέλημά μας στο θέλημα του Κυρίου Ιησού και γίνουμε δούλοι Του, ελεύθερα και χωρίς κανέναν εξαναγκασμό. Η γνωστή φράση ότι «ο (χριστιανός) άνθρωπος είναι δούλος του Θεού» δεν υποδηλώνει μία σχέση ανελεύθερης δουλικής και φοβικής εξάρτησης του ανθρώπου από έναν τύραννο ή κακότροπο δυνάστη Θεό, αλλά περιγράφει την σχέση ελευθερίας, αγάπης, εμπιστοσύνης και αφοσίωσης του πιστού προς τον Κύριο και Θεό του. Ο πιστός χριστιανός που θα παραδώσει τον εαυτό του στον Ιησού Χριστό και θα σκέπτεται και θα πράττει όσα είναι ευάρεστα σε Εκείνον, είναι αδύνατον να μεταβληθεί σε δούλο, σε έναν εξουθενωμένο σκλάβο, γιατί έχει κερδίσει την υιοθεσία από τον Θεό, έχει ανυψωθεί στην θέση του ελεύθερου υιού που υπακούει από αγάπη, πίστη και ευγνωμοσύνη στον Κύριό του, τον Ευεργέτη του, τον Φίλο και Αδελφό του : υπακούει στον μόνον Κύριον, ο οποίος ουδέποτε επιβάλλεται εξουσιαστικά ως μία τυραννική αυθεντία στους ανθρώπους για να τους υποδουλώσει εντυπωσιάζοντάς τους με την επίδειξη των υπερφυσικών Του δυνάμεων και ικανοτήτων, αλλά τους επισκέπτεται ταπεινά, διακριτικά, μυστικά και αθόρυβα και τους συναντά στην αδυναμία τους, ψυχική και σωματική, για να τους προσφέρει ίασιν, λύτρωσιν και απελευθέρωσιν. Με τέτοιο τρόπο θέλει να φανερώνει και να γνωρίζει στους ανθρώπους τον Εαυτό Του ο Κύριος και Θεός μας: ως τον φιλεύσπλαγχνον και πανοικτίρμονα ιατρόν και θεραπευτήν ψυχών και σωμάτων, ως τον μόνον αληθινόν Σωτήρα, Λυτρωτήν και Ελευθερωτήν των ανθρώπων.
Ας θυμηθούμε, εν προκειμένω, την διαβεβαίωση που ο ίδιος ο Κύριος έδωσε στους μαθητές Του: (Ιω 15,) 14 Εσείς είστε φίλοι μου, αν κάνετε αυτά που εγώ σας παραγγέλλω. 15 Δεν σας ονομάζω πια δούλους, γιατί ο δούλος δεν ξέρει τι κάνει ο κύριός του. Σας ονομάζω φίλους, γιατί σας έκανα γνωστά όλα όσα άκουσα από τον Πατέρα μου.
Εν τούτοις, προκαλεί θλίψη και στενοχωρία η συχνή διαπίστωση, ότι πολλοί χριστιανοί έχουμε την ψυχοφθόρον συνήθειαν να προσηλώνουμε τον νου μας στα γήινα και να επιδιώκουμε την ευτυχία μας με την προσκόλλησή μας στα υλικά αγαθά, παραθεωρώντας το γεγονός, ότι οι άνθρωποι είμαστε ζωντανά αντίγραφα του Ουράνιου Πατέρα μας και έχουμε αθάνατο προορισμό, και δεν είμαστε απλώς δημιουργήματά του, όπως είναι τα πουλάκια του αέρα και τα άνθη του αγρού. Και, ενώ ως μέλη της Εκκλησίας που είναι η Κιβωτός της Σωτηρίας μας θα έπρεπε να ακολουθούμε πιστά τον κανόνα ζωής που ο Χριστός μας προτείνει, καταλήγουμε με την ανυπακοή μας και τις αυτοκαταστροφικές ανόητες επιλογές μας να αποξενωνόμαστε τελείως από τον Θεό και να στερούμαστε την Χάρη Του και την ευλογία Του.
Αυτή την αλήθεια μας περιέγραψε θαυμάσια ο Κύριός μας στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα που ακούσαμε. Η διήγηση ξεκινάει με μία πολύ ωραία παραστατική εικόνα, που χρησιμοποίησε ο Χριστός για να ερμηνευθούν κατ’ αναλογίαν και να γίνουν απολύτως κατανοητά από τους ακροατές Του όσα λέγει αμέσως παρακάτω: είναι η εικόνα για τα μάτια που λειτουργούν ως το λυχνάρι του σώματος.
«Εάν μεν ο οφθαλμός σου είναι υγιής, όλο το σώμα σου θα είναι φωτισμένο, αφού θα φωτίζεται από τον δικό του φωταγωγό· εάν όμως ο οφθαλμός σου είναι άρρωστος, όλο το σώμα σου θα είναι σκοτεινό, αφού δεν θα φωτίζεται από αυτόν. Ό,τι είναι ο οφθαλμός για το σώμα, το ίδιο ακριβώς είναι ο νους για την ψυχή: Όταν ο οφθαλμός της ψυχής, ο νους, στρέφεται προς τον Θεόν είναι υγιής και φωτίζει το εσωτερικό της· εάν, όμως, ο οφθαλμός της ψυχής, δηλ. ο νους, προσηλωθεί στην φροντίδα των χρημάτων, τότε θα είναι άρρωστος, - διότι είναι αρρώστια αυτή η φροντίδα, - και το λυχνάρι σβήνει και σκοτεινιάζει η ψυχή. Και όταν καταστραφεί ο νους, η ζωή μας θα γεμίσει από μύρια δεινά.»
Αδελφοί μου, ας το βάλουμε καλά στο μυαλό μας, ότι για να είμαστε αληθινοί χριστιανοί και να κάνουμε την Βασιλεία του Θεού και τον νόμο Του κέντρο των λογισμών μας, των αισθημάτων μας και των επιδιώξεών μας, χρειάζεται να αγωνιζόμαστε συνεχώς, ακολουθώντας με πιστότητα τις συμβουλές και παραινέσεις του Κυρίου. Και να είμαστε βέβαιοι, ότι με την Χάρη Του και τον φωτισμό Του θα μας δοθεί η δύναμη, όχι μόνον να περιφρονούμε τα φθαρτά και εφήμερα και να απομακρύνουμε την καρδιά μας από την θανατηφόρα αγκίστρωσή της στις βιοτικές μέριμνες και φροντίδες, αλλά –προπάντων - να εμπιστευόμαστε την ύπαρξή μας ολοκληρωτικά στην Πρόνοια του Θεού και να θεωρούμε τα αιώνια και άφθαρτα ως τον πολυτιμότερο θησαυρό της ζωής μας.
Έχουμε πολύ δρόμο ακόμη, αδελφοί μου, να διανύσουμε μέχρι να κατορθώσουμε - με την Χάρη του Χριστού - να ζούμε ως γνήσια παιδιά Του. Ο αντίπαλός μας ο διάβολος περιφέρεται σαν λιοντάρι που βρυχάται, ζητώντας να μας καταβροχθίσει, και παραμονεύει άγρυπνα, για να εκμεταλλευθεί την ολιγοπιστία μας ή την επιπολαιότητα και την αδιαφορία μας για την πνευματική μας τελείωση και να μας παρασύρει, ώστε, δελεασμένοι και από τον τρόπο ζωής των ανθρώπων του κόσμου τούτου του απατεώνος, να αφήσουμε τις βιοτικές έγνοιες ( - το τι θα φάμε, το τι θα πιουμε, το τι θα ντυθούμε - ) να αιχμαλωτίσουν τον νου μας και να επικεντρώσουμε την διάνοιά τους αποκλειστικά στο πώς θα ικανοποιούνται οι υλικές μας ανάγκες και πώς θα εκπληρώνονται οι γήινες επιδιώξεις μας. Αλλά τότε, όμως, θα είμαστε κατ’ όνομα μόνον χριστιανοί, άχρηστοι, κίβδηλοι και ψεύτικοι, που θα γινόμαστε αιτία με την αμαρτωλή ζωή μας και την συμπεριφορά μας να διασύρεται το όνομα του αληθινού Θεού. Χρειάζεται, λοιπόν, να εντείνουμε τον πνευματικὀ μας αγὠνα, οπλισμένοι με θερμή πίστη και ταπείνωση ˙ στην προσπάθειά μας αυτή μπορούν να μας συνδράμουν αποφασιστικά οι πνευματικοί μας πατέρες, οι έμπειροι με πνεύμα διάκρισης ιερείς μας, οι οποίοι έχουν την θεόσδοτη εξουσία να μας καθοδηγούν με ασφάλεια στην πίστη και την κατά Χριστόν αυθεντική ζωή.
Σε λίγο, ακούγοντας το παράγγελμα του ιερέως «Μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθετε!» θα πλησιάσουμε στην Ωραία Πύλη για να μεταλάβουμε του φαρμάκου της αθανασίας, του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, ώστε να αγιαστούμε και να κερδίσουμε, προγευόμενοι ήδη από αυτήν εδώ την επίγεια διατριβή μας, την Αιώνια και Ατελεύτητη Ζωή κοντά στον Κύριον και Θεόν μας Ιησούν Χριστόν. Αλλά, τούτη ακριβώς την στιγμή, μάς προσφέρεται και η ευλογημένη ευκαιρία, μετά από όσα ακούσαμε, να αναλογιστούμε, επιτέλους, ποια στάση ζωής ακολουθήσαμε μέχρι σήμερα απέναντι στην διδασκαλία του Κυρίου μας, και να εγκύψουμε στην συνείδησή μας για να αντικρύσουμε υπό το φως του Χριστού το βάθος της και να προσπαθήσουμε να απαντήσουμε με ειλικρίνεια στα αυτονόητα ερωτήματα :
- Αγωνιστήκαμε με συνέπεια να κάνουμε πράξη το Ευαγγέλιο του Χριστού στην καθημερινή μας ζωή;
- Έχουμε, άραγε, αποθέσει με εμπιστοσύνη στην Πρόνοια του Θεού και στην φροντίδα Του την ελπίδα μας για την λύση και διευθέτηση όσων μας απασχολούν;
- Έχουμε, όντως, απομακρύνει οριστικά από την καρδιά μας όλα τα επίγεια και τις αγχώδεις βιοτικές μέριμνες;
Εάν, πράγματι, ως αληθινοί χριστιανοί, απαλλαγμένοι από κάθε βιοτική μέριμνα και γήινο περισπασμό, έχουμε στρέψει όλους τους πόθους μας προς την Ουράνια βασιλεία και διαθέτουμε όλες τις δυνάμεις μας στο έργο της εξαπλώσεώς της και της επικρατήσεως του θελήματος του Θεού πάνω στην γη, τότε ας έχουμε την απόλυτη βεβαιότητα, ότι ο Θεός, ο οποίος γνωρίζει τις ανάγκες μας, έχει την δύναμη να κάνει απείρως περισσότερα απ’ όσα ζητάμε ή σκεφτόμαστε. Ουδέποτε θα μας εγκαταλείψει ο Ουράνιος Πατέρας μας ούτε θα μας αφήσει να φύγουμε απαρηγόρητοι από κοντά Του: κάθε φορά που θα Τον ικετεύουμε να μας ελεήσει και να δώσει με την πανσοφία Του - και συμφώνως προς το θέλημά Του - την λύση και την έκβαση στα προβλήματά μας και την αναψυχή στα βάσανα και τις ταλαιπωρίες μας, Εκείνος, ως Καρδιογνώστης και Ψυχοσώστης, θα σπεύδει να ικανοποιήσει όχι μόνον πρακτικές βασικές ανάγκες του βίου μας, αλλά και, επισκιάζοντάς μας με την πανσθενουργό αγιαστική Χάρη Του, θα εκπληρώνει πάντα τα προς σωτηρίαν αιτήματα της καρδίας μας.
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»
Κυριακή Δ΄ Ματθαίου
28 Ἰουνίου 2026
Στο σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα είδαμε τον Ιησού στην Καπερναούμ της Γαλιλαίας να ενεργεί την θεραπεία του δούλου ενός αξιωματικού του ρωμαϊκού στρατού, ενός εκατοντάρχου.
Ο εκατόνταρχος δεν ανήκε στον περιούσιο λαό Ισραήλ, ήταν Ρωμαίος ειδωλολάτρης. Φαίνεται ότι είχε γνωρίσει από τους Ισραηλίτες τον αληθινό Θεό, τον οποίο και σεβόταν. Σπάνιος άνθρωπος για τα κοινωνικά ήθη της εποχής εκείνης, τότε που οι δούλοι δεν είχαν κανένα ανθρώπινο δικαίωμα, γιατί θεωρούνταν νομικά και οικονομικά «πράγματα» (res) και όχι «πρόσωπα». Αυτός, αντιθέτως, μένοντας ανεπηρέαστος από την απάνθρωπη νοοτροπία των συγχρόνων του, εκδηλώνει έμπρακτα την αγάπη του και το ενδιαφέρον του για την υγεία του δούλου του, η οποία είχε κλονισθεί σοβαρά. Κάποια οδυνηρή πάθηση, προφανώς, είχε προσβάλει τον δούλο και τον καθήλωσε στο κρεβάτι, καθιστώντας αδύνατη οποιαδήποτε μετακίνησή του.
Ο εκατόνταρχος θα είχε ζητήσει ήδη την βοήθεια διαφόρων ιατρών, και επειδή εκείνοι αδυνατούσαν να βοηθήσουν, ως μοναδικό καταφύγιο τού έμενε η παντοδύναμη αγάπη του Θεού. Πήγε, λοιπόν, ο ίδιος ο εκατόνταρχος να ζητήσει την επέμβαση του Κυρίου, με την ακλόνητη πεποίθηση ότι ο Ιησούς δεν είναι ένας απλός ιατρός, αλλά έχει θεϊκή εξουσία.
Ο Ιησούς δεν αδιαφόρησε για την υγεία ενός καταφρονεμένου δούλου και ανταποκρίθηκε στην παράκληση του εκατοντάρχου, δηλώνοντας ότι θα επισκεφθεί ο ίδιος το σπίτι του ειδωλολάτρη στρατιωτικού.
Παρά το αξίωμά του, ο αλλοεθνής αυτός νιώθει ανάξιος να δεχθεί στο σπίτι του την επίσκεψη του Ιησού και να βρεθεί κάτω από την ίδια στέγη με τον μεγάλο Διδάσκαλο. Η υψηλή κοινωνική του θέση δεν είχε γίνει αφορμή έπαρσης και αλαζονείας για τον ρωμαίο αξιωματικό. Φρονούσε ταπεινά για τον εαυτό του, κι αυτό είναι πάντοτε το πρώτο βήμα στον δρόμο για την σωτηρία, το πρώτο σκαλοπάτι που οδηγεί στην αληθινή μετάνοια. Αυτή η ταπεινοφροσύνη του τον κατατάσσει ανάμεσα σε εκείνους που μακαρίζονται από τον Χριστό, γιατί συναισθάνονται ότι είναι πτωχοί τῷ πνεύματι (Μθ 5, 3 «Μακάριοι όσοι νιώθουν τον εαυτό τους φτωχό μπροστά στον Θεό, γιατί δική τους είναι η βασιλεία του Θεού.»).
Στα λόγια αυτού του ειδωλολάτρη στρατιωτικού διακρίνεται, επίσης, μεγάλη πίστη. Και όσο βαθύτερη είναι η ταπείνωση, τόσο υψηλότερη αναδεικνύεται η πίστη. Πίστευε ο εκατόνταρχος ακράδαντα, ότι ο Ιησούς είχε την δύναμη με έναν Του λόγο να θεραπεύσει ακόμη και από μακριά τον δούλο. Την πεποίθησή του αυτή ενισχύει η προσωπική του εμπειρία. Εφόσον ο ίδιος, ενώ τελεί υπό τις διαταγές των ανωτέρων του, δίνει εντολές που εκτελούνται από τους υφισταμένους του, είναι απόλυτα πεπεισμένος ότι η εντολή του Ιησού θα έχει ασύγκριτα μεγαλύτερη ισχύ και θαυμαστά αποτελέσματα. Ο Ιησούς μπροστά σε όλο το πλήθος που Τον ακολουθούσε εκφράζει τον θαυμασμό Του για τον εκατόνταρχο. Υπογραμμίζει την πίστη του («Σας βεβαιώνω πως τόση πίστη ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες δεν βρήκα.») απευθύνοντας ταυτόχρονα έναν έλεγχο για τους άπιστους Ιουδαίους. Μάλιστα τους προειδοποιεί σκληρά και κατηγορηματικά: «Και σας λέω πως θα ’ρθουν πολλοί από ανατολή και δύση και θα καθίσουν μαζί με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ στο τραπέζι της βασιλείας των ουρανών, ενώ οι κληρονόμοι της βασιλείας θα πεταχτούν έξω στο σκοτάδι· εκεί θα κλαίνε, και θα τρίζουν τα δόντια τους».
Αντίθετα προς τις προσδοκίες των Ιουδαίων, ο Κύριος με σαφήνεια προαναγγέλλει την συμμετοχή των εθνών στην Βασιλεία του Θεού και την αποδοκιμασία των υιών της Βασιλείας λόγω της απιστίας τους. Οι φαρισαίοι αλλά και η πλειονότητα των Ιουδαίων περιχαρακωμένοι στην εξωτερική ευσέβεια και στην αλαζονεία τους είχαν αποξενωθεί τόσο από τους συνανθρώπους τους όσο και από τον Θεό.
Βαθιά ταπεινοφροσύνη, αληθινή αγάπη και πίστη δυνατή, είναι οι τρεις αρετές που κοσμούν την ψυχή του ρωμαίου αξιωματικού και τον αναδεικνύουν αληθινό υιό της Βασιλείας του Θεού. Γι’ αυτό και ο Κύριος τον βραβεύει δημόσια και τον προβάλλει ως πρότυπο στον όχλο που τον ακολουθεί πίσω Του.
Πραγματικά, το εγκώμιο του εκατοντάρχου και η αυστηρή επίκριση των άπιστων ιουδαίων ήταν μία δυνατή προτροπή για τα πλήθη που ακολουθούσαν, να μιμηθούν την πίστη του ρωμαίου αξιωματικού. Και ο Κύριος, ανταποκρινόμενος στο μεγαλείο της πίστεως του εκατοντάρχου, κάνει δεκτό το αίτημά του και ενεργεί «ἐκ τοῦ μακρόθεν» με τον έμπρακτο λόγο Του ακαριαία (αμέσως) την θεραπεία του παράλυτου δούλου ως σημείο ελεύσεως της Βασιλείας του Θεού, ως σηµείο πίστεως και χάριτος!
Όταν επέστρεψε στο σπίτι ο εκατόνταρχος βρήκε τον κατάκοιτο δούλο του υγιή, τελείως θεραπευμένο. Το ευαγγελικό κείμενο που ακούσαμε μας στέλνει σπουδαία μηνύματα - οδοδείκτες αιώνιας ζωής, υπενθυμίζοντάς μας θεόπνευστες αλήθειες που εμείς, σήμερα, τα μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που θεωρούμαστε υιοί της Βασιλείας του Θεού, φαίνεται πως αγνοούμε ή συνειδητά παραθεωρούμε :
- Δεν κάνει ανθρώπινες διακρίσεις ο Θεός, φυλετικές ή κοινωνικές. Όρος εισόδου στην Βασιλεία Του είναι η γνήσια πίστη, η οποία εκφράζεται με την εκτέλεση των εντολών Του. (Πρξ 10, 34-35 «… ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις, αλλά δέχεται τον καθένα, σ’ όποιον λαό κι αν ανήκει, αρκεί να Τον σέβεται και να ζει σύμφωνα με το θέλημά Του.»). Τα κλειδιά που πρέπει να έχουν οι χριστιανοί για να ανοίγουν ξεκλειδώνοντας την Θύραν του Ελέους του Χριστού είναι η αγάπη, η πίστη και η ταπείνωση.
- Η Βασιλεία του Θεού κερδίζεται με πολύ κόπο και αγώνα την κάθε στιγμή της ζωής μας. « Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν.» (Η βασιλεία του Θεού κερδίζεται με προσπάθεια, και την κατακτούν αυτοί που αγωνίζονται. Μτθ 11, 12). Κάθε ενέργειά μας, κάθε σκέψη και πρόθεσή μας, κάθε λόγος μας έχουν αντίκρισμα αιωνιότητας είτε κοντά στον Θεό, είτε μακριά από τον Θεό. Σχοινοβατούμε εφ’ όρου ζωής μεταξύ Αναστάσεως και Πτώσεως - πνευματικού Θανάτου, μεταξύ Αιώνιας Ζωής και Αιώνιας Καταδίκης. Αν δεν ποιήσουμε καρπούς αξίους της μετανοίας, μην περιμένουμε, αδελφοί μου, να αντικρίσουμε πρόσωπον Θεού και να εισέλθουμε στην αιώνια μακαριότητα και απόλαυση της Θείας Του Ζωής.
- Ας μην επαναπαυόμαστε με την σκέψη, ότι, ως μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, επειδή κατέχουμε την Αλήθειαν, απολαύουμε της ευνοίας του Θεού και έχουμε ήδη εξασφαλισμένη θέση στον Παράδεισο, όταν η ζωή μας είναι αντίθετη προς το πνεύμα της Βασιλείας του Θεού, παραδομένη στην τρυφή και τις απολαύσεις. Οι χριστιανοί θα κριθούμε στην Δευτέρα Παρουσία με βάση τον Νόμον του Ευαγγελίου. Άλλοι που δεν ευτύχησαν να κατηχηθούν στον Χριστιανισμό θα κριθούν με βάση τον ηθικό νόμο της συνειδήσεως. Λκ 12, 47«Εκείνος ο δούλος που ξέρει τι θέλει ο κύριός του, δεν είναι όμως έτοιμος και δεν κάνει αυτό που θέλει ο κύριός του, θα τιμωρηθεί αυστηρά. 48Αντίθετα, εκείνος που δεν ξέρει το θέλημα του κυρίου του και κάνει κάτι αξιόποινο, θα τιμωρηθεί ελαφρότερα. Σ’ όποιον δόθηκαν πολλά, θα ζητηθούν πολλά απ’ αυτόν· και σ’ όποιον δόθηκαν περισσότερα, θα του ζητηθούν περισσότερα». Βέβαια, υπάρχουν άνθρωποι καλής θελήσεως και αγαθής προαιρέσεως σε όλα τα πλάτη και μήκη της γης, που, αν και δεν είναι χριστιανοί, επιλέγουν να ζουν σκορπώντας απλόχερα αγάπη και ευεργετώντας, ταπεινά και αθόρυβα, τους συνανθρώπους τους, χωρίς να περιμένουν ανταπόδοση είτε στην εδώ είτε στην άλλη ζωή. Είναι οι εκτός Εκκλησίας άνθρωποι του Θεού. Τέτοιοι άνθρωποι, που θυμίζουν τον εκατόνταρχο της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, θα κάνουν την έκπληξη την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου και θα ανταμειφθούν ακούγοντας την προτροπή του Δικαιοκρίτου Χριστού : «Εἴσελθε εἰς την χαράν τοῦ Κυρίου σου!». Οι ορθόδοξοι χριστιανοί, εάν με την ζωή και τα έργα μας δεν ευαρεστήσουμε τον Θεό, θα υποστούμε την αιώνια καταδίκη στην κόλαση, όχι γιατί ο Θεός θα μας φυλακίσει εκεί, αλλά γιατί εκεί θα είναι ο τόπος που οι ίδιοι θα έχουμε διαλέξει.
π. Δ.Κ.














